Γιώργος Ματαλλιωτάκης

Αντιπεριφερειάρχης Διασύνδεσης με Ερευνητικά και Ακαδημαϊκά Ιδρύματα

Ζητούμενο η υπέρβαση του κατακερματισμού

Πολιτική αποτίμηση της χρονιάς που πέρασε θα μπορούσε να γίνει με πολλούς τρόπους. Κομβικά γεγονότα υπήρξαν οι ευρωεκλογές και οι εσωκομματικές διαδικασίες σε ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ.

Επίσης, δύο στοιχεία διατηρήθηκαν σταθερά στην κεντρική πολιτική σκηνή, από την έναρξη ακόμα της τρέχουσας βουλευτικής περιόδου, τον Ιούνιο του 2023, και συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς του 2024: Το ισχυρό δημοσκοπικό προβάδισμα της Ν.Δ. και ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων του Κοινοβουλίου.

Τα δύο αυτά στοιχεία φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους και παρότι διατηρούνται, ο κατακερματισμός παρουσιάζει δυναμική εξέλιξη, που κατά την εκτίμησή μου θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου τους προσεχείς μήνες, μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές.

Να θυμίσω καταρχάς ότι η πολυδιάσπαση δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Εμφανίστηκε με ένταση την περίοδο της οικονομικής κρίσης και οδήγησε στο τέλος του άλλοτε κραταιού δικομματισμού, την αύξηση του αριθμού των κοινοβουλευτικών ομάδων και – κατά μία έννοια – έφερε για πρώτη φορά στην κυβέρνηση το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, που μέχρι το 2015 επωφελούνταν από τη γενικότερη τάση των διασπάσεων.

Έκτοτε, ωστόσο, η πολιτική ρευστότητα, σε περιβάλλον σκληρής οικονομικής κρίσης, άρχισε να πλήττει και τον ΣΥΡΙΖΑ, με μαζικές αποχωρήσεις στελεχών, τα οποία δημιούργησαν νέα κόμματα (ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας και ΜέΡΑ25).

Αν όλα αυτά φαίνεται να ανήκουν στο παρελθόν της περιόδου των μνημονίων, η πολυδιάσπαση διατηρείται στα κοινοβουλευτικά πράγματα.

Η κάλπη του Ιουνίου του 2023 ανέδειξε οκτακομματική Βουλή, γεγονός όχι πρωτόγνωρο, αλλά σίγουρα όχι συχνό. Στις ευρωεκλογές του 2024, επίσης οκτώ κόμματα κατόρθωσαν να εκλέξουν ευρωβουλευτές. Σήμερα στην ελληνική Βουλή οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες αυξήθηκαν σε 9, με προοπτική να γίνουν 10, καθώς μετράμε περισσότερους από 20 ανεξάρτητους βουλευτές. Η πολυδιάσπαση εμφανίζεται εντονότερη ακόμη και από την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Ο ανταγωνισμός στην Κεντροαριστερά

Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στο επίκεντρο του φαινομένου και τη χρονιά που πέρασε. Μετά τη διάσπαση που υπέστη στα τέλη του 2023 και τη δημιουργία της Νέας Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε σε νέα κρίση ηγεσίας. Ο Στέφανος Κασσελάκης απομακρύνθηκε, προκαλώντας νέα διάσπαση και τη δημιουργία ενός ακόμη κόμματος, του Κινήματος Δημοκρατίας.

Ωφελημένο από τις διασπαστικές τάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ αναδεικνύεται το ΠΑΣΟΚ. Παρότι στις εθνικές (2023), όπως και στις ευρωπαϊκές κάλπες (2024) αύξησε τα ποσοστά του, οδηγήθηκε σε εκλογές για την ανάδειξη ηγεσίας, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να πετυχαίνει όχι μόνο την επανεκλογή του, αλλά επίσης να διατηρήσει την ενότητα του κόμματος και να ενισχύσει τη δυναμική του.

Οι αλλεπάλληλες διασπάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ έφεραν το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και αύξησαν περαιτέρω τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις. Είναι φανερό ότι το φαινόμενο του πολιτικού κατακερματισμού προκαλεί εντονότερες ανακατατάξεις στον χώρο της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς.

Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται σήμερα να κερδίζει τον πολιτικό ανταγωνισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της επιτυχίας του είναι ενδεχομένως η αντοχή που επιδεικνύει στη γενικότερη τάση πολυδιασπάσεων. Το ζητούμενο, ωστόσο, για την ελληνική Κεντροαριστερά δεν είναι ποιο κόμμα θα επικρατήσει στον εσωτερικό ανταγωνισμό, αλλά ποιο θα μπορέσει να απειλήσει την κυριαρχία της Ν.Δ. και να διεκδικήσει με αξιώσεις τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πολυδιάσπαση στα δεξιά της Ν.Δ.

Στην άλλη πλευρά του πολιτικού χάρτη, η δημοσκοπική υπεροχή της Ν.Δ. δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στα στελέχη της. Σαφώς και δικαιούται η Ν.Δ. να υποστηρίζει ότι εκπροσωπεί την πολιτική σταθερότητα, η επανάπαυση ωστόσο είναι λανθασμένη. Καταρχάς γνωρίζει από μακρά εμπειρία ότι η διακυβέρνηση προϋποθέτει τη λήψη δύσκολων, συχνά δυσάρεστων αποφάσεων και την αντιμετώπιση έκτακτων κρίσεων, που αναπόφευκτα επιφέρουν τη λεγόμενη κυβερνητική φθορά.

Επιπλέον, το ισχυρό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στον κατακερματισμό των πολιτικών της αντιπάλων, γεγονός που μπορεί να ανατραπεί και σε κάθε περίπτωση δεν ελέγχεται από την ίδια τη Ν.Δ.

Όμως το στοιχείο που κυρίως δε θα πρέπει να παραγνωρίζει η Ν.Δ. είναι ότι το φαινόμενο της πολυδιάσπασης δεν αφορά μόνο τον χώρο της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς. Μπορεί η πρόσφατη διαγραφή του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά να μην κλόνισε την ενότητα της παράταξης, ωστόσο η εθνική κάλπη του 2023 έδειξε ότι ένα σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων, που υπερβαίνει το 10%, κινείται στα δεξιά της. Το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 15% στις ευρωεκλογές του 2024 και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι διατηρείται.

Επιμένω συνεπώς, με βάση όλα τα παραπάνω, ότι εάν αναζητούμε ένα στοιχείο που θα έχει καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις τους επόμενους μήνες, αυτό είναι η εξέλιξη του φαινομένου της πολυδιάσπασης.

Το κόμμα και ο πολιτικός αρχηγός που θα κατορθώσει να αποφύγει τις διασπαστικές τάσεις θα βγουν κερδισμένοι. Και ενδεχομένως ο επόμενος πρωθυπουργός κριθεί από την ικανότητά του όχι μόνο να μένει αλώβητος στο γενικευμένο κλίμα κατακερματισμού, αλλά να μπορεί να συσπειρώνει και να συνθέτει ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις.

 

* Δημοσιεύτηκε στις 4 Ιανουαρίου 2025, στην εφημερίδα «Νέα Κρήτη»