Γιώργος Ματαλλιωτάκης

Αντιπεριφερειάρχης Διασύνδεσης με Ερευνητικά και Ακαδημαϊκά Ιδρύματα

Οι εξαγγελίες στη ΔΕΘ και η επένδυση στην έρευνα

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται το Σαββατοκύριακο οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού από το βήμα της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη, οι οποίες, όπως είθισται, δεν θα περιορίζονται στις πολιτικές προτεραιότητες που θέτει η κυβέρνηση, τις θεσμικές αλλαγές που προωθούνται και τις επόμενες μεταρρυθμίσει που σχεδιάζονται, αλλά σε μεγάλο βαθμό θα αφορούν τα ζητήματα της οικονομίας και θέματα που «αγγίζουν την τσέπη» κάθε πολίτη, όπως λέγεται. Προφανώς δεν πρόκειται για πρωτοτυπία, αλλά αποτελεί πλέον πολιτική παράδοση πολλών ετών, η εκάστοτε κυβέρνηση να παρουσιάζει στοιχεία του οικονομικού της προγράμματος στη ΔΕΘ. Στο πεδίο αυτό εξάλλου, της οικονομίας, επικεντρώνονται τα περισσότερα δημοσιεύματα στον Τύπο, όπως επίσης και η πολιτική αντιπαράθεση, με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ήδη τις προηγούμενες ημέρες έχει δημοσιοποιηθεί, μέσω διαρροών, μια σειρά από οικονομικά μέτρα που θα περιλαμβάνει το λεγόμενο «πακέτο» ή «καλάθι» της ΔΕΘ. Με βάση αυτές τις διαρροές αναμένουμε ότι οι κυβερνητικές εξαγγελίες θα αφορούν φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλαγές στις φορολογικές κλίμακες, αύξηση αφορολόγητων ορίων, μειώσεις στα τεκμήρια διαβίωσης, μέτρα επίσης για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, της ακρίβειας, καθώς και μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων για μισθωτούς και συνταξιούχους.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των μέτρων που τελικά θα ανακοινωθούν, η κυβέρνηση έχει επιλέξει πράγματι να εστιάσει σε ζητήματα που βρίσκονται στην αιχμή της επικαιρότητας και απασχολούν την πλειοψηφία των πολιτών. Το πόσο οι ανακοινώσεις θα ικανοποιήσουν τις προσδοκίες και πολύ περισσότερο τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, θα το διαπιστώσουμε εκ των υστέρων.

Το πεδίο ωστόσο το οποίο αδικείται στον δημόσιο διάλογο, ενόψει των εξαγγελιών, αφορά την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας και τις αντίστοιχες πολιτικές που θα επιλέξει να εφαρμόσει η κυβέρνηση. Σαφώς και έχουν μεγάλη σημασία οι φορολογικές ελαφρύνσεις, όπως και κάθε μέτρο που βελτιώνει τα οικονομικά δεδομένα και την καθημερινότητα για τα νοικοκυριά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση κρίνεται αποκλειστικά για την φορολογική της πολιτική. Εξάλλου κάθε θετικό μέτρο δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην βελτίωση των οικονομικών δεικτών και την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Σε αυτή τη βάση θεωρώ ότι ίσως σημαντικότερο από τις εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις θα ήταν η παρουσίαση από την πλευρά της κυβέρνησης ενός μακρόχρονου αναπτυξιακού προγράμματος, το οποίο θα είναι εστιασμένο σε τομείς με μεγάλη ανταποδοτικότητα και θα περιλαμβάνει οπωσδήποτε την έρευνα και την καινοτομία.

Η Ελλάδα έχει επενδύσει πολλά μέχρι σήμερα στην έρευνα και την παραγωγή καινοτομίας. Όχι όμως αρκετά ώστε να αξιοποιεί το επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει. Κυρίως όχι όσα απαιτούνται για να σταθεί με αξιώσεις στο ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, το οποίο έχει διαμορφωθεί. Μεγάλο μέρος από τις πολιτικές που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες, στοχεύουν στην λεγόμενη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Στο πεδίο της έρευνας και ανάπτυξης, παρά τη σταθερή βελτίωση που παρουσιάζουν οι σχετικοί δείκτες τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να καταλαμβάνει την 14 θέση, σε επίπεδο δαπανών. Δυστυχώς επίσης, αυτό συμβαίνει την ώρα που ακόμη και η ίδια η Ευρώπη, στο σύνολό της, αδυνατεί να προσεγγίσει τα τεράστια μεγέθη των επενδύσεων που γίνονται στον συγκεκριμένο τομέα από ανταγωνιστικές δυνάμεις, όπως η Κίνα και πολύ περισσότερο οι πρωταθλήτριες ΗΠΑ.

Από τη στιγμή λοιπόν που αναγνωρίζεται διεθνώς ότι οι επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία είναι από τις πλέον ανταποδοτικές οικονομικά και αποτελούν θεμελιώδη παράγοντα για την οικονομική πρόοδο και ευημερία (με βάση εξάλλου τις σχετικές μελέτες και κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), είναι μάλλον ακατανόητο για ποιο λόγο δεν απασχολούν τον δημόσιο διάλογο και δεν αποτελούν κεντρικό αντικείμενο συζήτησης, ενόψει μιας διοργάνωσης όπως η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Εάν σε πολιτικό επίπεδο λέμε ότι μας ενδιαφέρει η επιστροφή των νέων επιστημόνων που έφυγαν στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια, μια επιλογή αυτού του είδους θα ήταν ίσως το πιο αποτελεσματικό μέτρο. Ακόμη και σε τομείς στους οποίους η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να υπερηφανεύεται για τα θετικά αποτελέσματα της πολιτικής της, όπως η δραστική μείωση της ανεργίας που έχει επιτύχει, η αύξηση των δαπανών στην έρευνα και καινοτομία θα μπορούσε να βελτιώσει περαιτέρω τους σχετικούς δείκτες, καθώς θα οδηγούσε στην δημιουργία ποιοτικών και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, δίνοντας επαγγελματική διέξοδο στους νέους επιστήμονες, ώστε να εργαστούν στα αντικείμενα που έχουν σπουδάσει.

Εν τέλει αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό συνολικά από το πολιτικό σύστημα είναι ότι η γενναία χρηματοδότηση της έρευνας δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια δαπάνη πολυτελείας που βαραίνει τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά θα πρέπει να αποτελέσει αναγκαία και άμεση προτεραιότητα.

* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 6/9/2025, σελ. 8, και στο patris.gr.